
Η Σόνια Θεοδωρίδου, σε μια βαθιά εξομολόγηση ζωής στο vidcast «People» του Γιάννη Βίτσα στην Espresso, ξετυλίγει την προσωπική της διαδρομή.
Μιλά για τα παράξενα παιδικά χρόνια στη Βέροια, το αυστηρό περιβάλλον με το ξύλο που έγινε τελικά κατανόηση για τη μητέρα της, αλλά και τον αριστερό, πολιτικό εξόριστο πατέρα της.
Από πέντε ετών αποφάσισε ενστικτωδώς να ακολουθήσει μια πορεία σαν της Μαρίας Κάλλας. Σπούδασε στην Κολωνία με την αντίστοιχη υποτροφία, δουλεύοντας παράλληλα ως καθαρίστρια για να στηρίξει την οικογένειά της, πριν κάνει είσοδο ως «Βουγιουκλάκη» στην Όπερα της Φρανκφούρτης. Θυμάται με συγκίνηση τον Μάνο Χατζιδάκι, εκφράζοντας όμως το παράπονο ότι ο Γιώργος Χατζιδάκις «χαντακώνει» το έργο του δημιουργού.
Ως «σοπράνο του λαού», γνώρισε τη μοναξιά αλλά και τη λάμψη δίπλα στην πριγκίπισσα Νταϊάνα, τον Ανιέλι και τη βασίλισσα του Βελγίου. Φύλακας άγγελός της υπήρξε ο Χρήστος Λαμπράκης, ενώ μετά τη φυγή του δέχτηκε πόλεμο και πισώπλατες μαχαιριές. Η ζωή της σημαδεύτηκε από το δυστύχημα με την αδελφή της και 18 μαρτυρικούς μήνες αναμέτρησης με τον θάνατο. Βλέποντας το τέλος ως τη μόνη δικαιοσύνη, παραδίδει μαθήματα αγάπης συμπόνιας και κατανόησης και οραματίζεται το μέλλον.
Τα παιδικά μου χρόνια ήταν παράξενα…. Έπεφτε ξύλο. Είχα πολύ θυμό μέσα μου! Κατάλαβα όμως το πόσο πολύ με αγαπούσε η μητέρα μου!
Γεννήθηκα στη Βέροια. Τα παιδικά μου χρόνια ήταν παράξενα γιατί μεγάλωσα σε ένα αυστηρό περιβάλλον. Είχα όμως γονείς που αγαπούσαν πάρα πολύ την τέχνη, την μόρφωση. Δεν μας έλεγαν «Κοιτάξτε να παντρευτείτε, αλλά να μορφωθείτε». Η μάνα μου ήταν πάρα πολύ αυστηρή. Δεν έβαλα ποτέ τζιν ως την ενηλικίωση μου και έπειτα πια δεν φόρεσα. Έπεφτε ξύλο- όπως τότε όλοι συνήθιζαν. Τώρα που πέρασαν τα χρόνια και έγινα και εγώ μητέρα καταλαβαίνω πάρα πολύ καλά τις προθέσεις των γονιών και της μάνας μου ιδιαίτερα – γιατί είχα πολύ θυμό μέσα μου. Κατάλαβα όμως το πόσο πολύ με αγαπούσε, πόσο ήθελε το καλό μου. Ήταν μία σπάνια γυναίκα!
Τεσσάρων- πέντε χρονών άκουσα τη Μαρία Κάλλας στο ραδιόφωνο και είπα «Εγώ έτσι θα γίνω»
Τεσσάρων -πέντε χρονών άκουσα τη Μαρία Κάλλας στο ραδιόφωνο το έδειξα και είπα «Εγώ έτσι θα γίνω». Αυτό το «Έτσι θα γίνω» στην κυριολεξία με σημάδεψε. Δεν ήταν ότι από εκεί και πέρα καλλιεργήθηκε. Το αντίθετο. Στο ισόγειο της πολυκατοικίας που μέναμε ήταν ένα κακόφημο μπαρ. Είχα στήσει μάτια και αυτιά γιατί για πρώτη φορά έβλεπα πόρνες, ανθρώπους που έρχονταν με τα τρακτέρ. Γίνονταν κονσομασιόν και εγώ ήθελα να δω τι κάνουν εκεί μέσα. Εκεί άκουγα κάτι πολύ βαριά λαϊκά. Από τη μία άκουγα Χατζιδάκι Θεοδωράκη καντάδες ποντιακά στα υψηλά πατώματα στο σπίτι μας και στο ισόγειο αυτά τα βαριά λαϊκά. Για πρώτη φορά μάλιστα άκουσα το «Άιντε και αν πεθάνω τι θα πούνε» Θυμάμαι πόσο μου είχε καρφωθεί αυτό το τραγούδι.
Ο πατέρας μου ήταν αριστερός πολιτικός εξόριστος. Ήταν δακτυλοδεικτούμενος!
Ο πατέρας μου ήταν αριστερός πολιτικός εξόριστος. Ήταν δακτυλοδεικτούμενος- ένας χρυσάφι άνθρωπος που τον αγαπούσαν όλοι και οι δεξιοί και οι αριστεροί γιατί ήταν σπάνιος χαρακτήρας. Πρέπει να σου πω ότι ο πατέρας του Μάκη Τριανταφυλλόπουλου -ο οποίος μαζί με την οικογένειά του κατοικούσε στον από κάτω όροφο από εμάς ήταν διευθυντής της αστυνομίας και έσωσε τον πατέρα μου να μη φύγει στην επταετία.
Είμαι στις ρίζες μου χωμένη!
Όταν έφευγα από την Ελλάδα πήγα και φίλησα το χέρι της γιαγιάς μου για να την χαιρετήσω. Η γιαγιά μου ήταν κάτι σαν τον Τζον Λένον. Φορούσε κάτι χρυσά γυαλιά! Μου είπε στα ποντιακά «Πουλάκι μου να μην ξεχάσεις τις ρίζες σου». Αυτό ήταν η κινητήριος δύναμη της ζωής μου. Όλοι μου λένε είσαι πολύ απλή. Δεν είμαι απλή, είμαι στις ρίζες μου χωμένη. Φεύγοντας δε ξέχασα ποτέ το λαό μου, τα μάτια των ανθρώπων που αγαπάω. Οι Έλληνες έχουμε πάντα ένα δάκρυ στην άκρη του ματιού μας ακόμα και στις πιο μεγάλες μας χαρές»
Έπαιξα με τον Πιατσόλα και τον Πιοβάνι και μου είπαν «Τι θαυμάσια φωνή».
Στην Αθήνα έκανα τα πρώτα δειλά βήματα, αλλά ήμουν και στο τρίτο πρόγραμμα στην πρώτο ιδρυθείσα χορωδία του Μάνου Χατζιδάκι. Το πρώτο καλοκαίρι στην Κρήτη έπαιξα με τον Πιατσόλα και τον Πιοβάνι τραγούδησα μία μελωδία και τότε και οι δύο μου είπαν «Μα τι θαυμάσια φωνή».
Λέγαμε λοιπόν. «Τα δύο Χ ή ο Μάνος ή Χάρος».
Ο Χατζιδάκις ήταν αυτό που είναι η μουσική του. Ήταν ένας μεγάλος Έλληνας -άνδρας σε όλα του. Η ευγένεια, η μόρφωσή του…Καθόμουν στο διάδρομο του τρίτου προγράμματος και περίμενα να περάσει για να μυρίσω την κολόνια του, να δω τα παπούτσια του που γυάλιζαν πάντα. Είχε μία αύρα γύρω του μαγική και απέραντη ευγένεια….Όταν με είχε καλέσει το 1991 να τραγουδήσω στο Παλλάς με την ορχήστρα των χρωμάτων ένα πρόγραμμα που ήταν Μπρέχτ μου εκμυστηρεύτηκε μετά την παράσταση ότι είχε εκείνη την ημέρα επιστρέψει από το Παρίσι ήταν ξενύχτης κατάκοπος και είπε «Θα πάω απλά να κοιμηθώ». Μου ανέφερε λοιπόν «
Ήρθα και είπα «Άντε ας κοιμηθώ» και την ώρα που άρχισες να τραγουδάς τα μάτια μου άνοιξαν. Αυτό δεν το έχω ξανά βιώσει ποτέ» Επίσης υπήρχε πάντα το φοβερό ανέκδοτο. Ο Χατζηδάκις έπαιρνε πάντα πολύ αργά τηλέφωνο. Θυμάμαι ήταν δύο η ώρα Ελβετίας ή Γερμανίας. Λέγαμε λοιπόν. «Τα δύο Χ ή ο Μάνος ή Χάρος». Γιατί τέτοια ώρα σε παίρνουν να σου πουν ότι κάποιος πέθανε, ότι κάτι έγινε.
Ο Γιώργος Χατζιδάκις έχει χαντακώσει στην κυριολεξία το έργο του Μάνου Χατζιδάκι. Στο εξωτερικό πλέον μόνο το Μίκη Θεοδωράκη ξέρουνε!
Θα έλεγα ότι ο Γιώργος Χατζιδάκις τον οποίο εκτιμώ βαθιά -αν και εμένα με έχει αποκλείσει σ’ αυτούς που θα επέτρεπε να τραγουδήσουν το έργο του Μάνου- μ’ αυτό που κάνει θέλοντας να προστατεύσει το έργο του πατέρα του έχει χαντακώσει στην κυριολεξία το έργο του Μάνου Χατζιδάκι. Στο εξωτερικό πλέον μόνο το Μίκη Θεοδωράκη ξέρουνε. Είμαστε σαν το κρυφό σχολείο . Όλοι τραγουδάνε κρυφά Μάνο Χατζιδάκι γιατί όλοι τον λατρεύουμε αλλά αυτός επίσημα δεν επιτρέπει να ερμηνευτεί το έργο του με μία απόλυτα ελιτίστική διάθεση. Σε τι θα βλάψω εγώ το έργο του Μάνου Χατζιδάκι; Για πες μου… Έχω κάνει απόπειρα να συνομιλήσουμε μέσω του δικηγόρου παρακαλώ. Έχω κάνει αυτή την απόπειρα! Φυσικά και ξαναλέω τρέφω μεγάλο σεβασμό στο πρόσωπο του και στη διάθεση του να προστατεύσει το έργο του Μάνου Χατζιδάκι αλλά νομίζω ότι το έχει τραβήξει στα άκρα
Ήμουν η καθαρίστρια αλλά και η Ελληνίδα που πήρε την υποτροφία Κάλλας. Δηλαδή ήμουν δακτυλοδεικτούμενη!
Για τις σπουδές μου στην Κολωνία είχα την υποτροφία Μαρία Κάλλας. Επειδή είχα την οικογένειά μου που έπρεπε να στηρίξω και την αδελφή μου που σπούδαζε ιατρική στην Πολωνία καθάριζα την φοιτητική εστία. Ήμουν καθαρίστρια αλλά και η Ελληνίδα που πήρε την υποτροφία Κάλλας. Δηλαδή ήμουν δακτυλοδεικτούμενη. Η σχολή ήταν ο Παράδεισός μου. Βρέθηκα στο περιβάλλον που ευχόμουν να είμαι. Να φανταστείς ότι στα τρία μέτρα ήταν το σπίτι μου. Η φοιτητική εστία ήταν απέναντι η ακαδημία. Καθημερινά στις επτά παρά το πρωί περίμενα να ανοίξει η πόρτα και να τρέξω στη βιβλιοθήκη της σχολής. Ήταν τέλεια. Πιο τέλεια δε γίνονταν. Απλώς ήταν μία εποχή που επιτέλους έγινα αυτό που επιθυμούσα.
Φθάνω στην όπερα της Φρανκφούρτης ως Βουγιουκλάκη και λέω στο θυρωρό «Γεια σας με περιμένει ο Κύριος Μπερτίνι». Αυτός με κοιτά και μου λέει «Περιμένει εσένα ο Μπερτίνι»;
Στις τελευταίες μας εξετάσεις το κράτος έστελνε μάνατζερ για να ακούσουν τους τελειόφοιτους. Έρχεται μία μάνατζερ και μου λέει «Μπορείτε να πάτε στο Πασάου που έχει μία ακρόαση. Δεν ήξερα καν που είναι αυτό. Λέω «Θα πάω». Είναι για το ρόλο της Ιφιγένειας εν Ταύροις μου αναφέρει. Ήξερα μόνο μία -δύο άριες. Πηγαίνω στην ακρόαση και περνάνε κάτι Αμερικανίδες με κάτι εξώπλατα φορέματα. Εγώ ήμουν πολύ απλή και σεμνή. ‘Έλεγα «Και μόνο από το ντύσιμο δε θα με πάρουνε». Βγαίνω στην σκηνή και τραγουδάω με όλη μου την καρδιά. Ήταν ένα μικρό καταπληκτικό μπαροκ θέατρο που εμένα μου φαίνονταν η Σκάλα του Μιλάνο. Με καλεί ο μαέστρος και μου λέει «Παιδί μου τραγούδησες πολύ ωραία, αλλά γιατί πιστεύεις ότι πρέπει να πάρουμε εσένα γι’ αυτό το ρόλο». Τον κοιτάζω και του λέω. «Γιατί είμαι Ελληνίδα». Τον πήρα το ρόλο. Οι κριτικές ήταν τόσο διθυραμβικές που ήρθε να με ακούσει ο διευθυντής της όπερας της Φρανκφούρτης. Τους έλεγα «Θα έρθει ο Γκάρι Μπερτίνι» και αυτοί γέλαγαν. Λογικό Έρχεται ο Κάραγιαν στη Λειβαδιά. Δύσκολο ε;
Ο Μπερτίνι και την επόμενη ημέρα με κάλεσε να είμαι το πρωί στην Φρανκφούρτη. Παίρνω έναν Έλληνα τον Κώστα και του λέω «Θα με πας τώρα στην Φρανκφούρτη». Φθάνω στην όπερα της Φρανκφούρτης ως Βουγιουκλάκη και λέω στο θυρωρό «Γεια σας με περιμένει ο Κύριος Μπερτίνι». Αυτός με κοιτά και μου λέει «Περιμένει εσένα ο Μπερτίνι»; «Μάλιστα κύριε με περιμένει του απαντώ». Μου λέει «Καθίστε εδώ». Αναφέρει λοιπόν «Είναι μία μικρή εδώ κάτω που λέει ότι την περιμένει ο Γκάρυ Μπερτίνι;». «Η Ελληνίδα πες τε, του η Ελληνίδα» του τονίζω». Με φωνάζουν και βρίσκομαι σε μία τεράστια σκηνή 150 μέτρα άδεια και κατάμαυρη. Στο βάθος με περίμενε ένα μικρό ποντικάκι μία γιαπωνέζα. Τραγουδούσε πάρα πολύς κόσμος… Περνούσαν περνούσαν… Τραγούδησα και εγώ…Ευτυχώς δεν έβλεπα ποιοι είναι επιτροπή. Μετά τους έπαιρναν στο γραφείο. Εμένα δε με έπαιρνε κανένας. Λέω «Αυτό ήταν! Το όνειρο τετέλεσται». Κάποια στιγμή με καλούν και μου λέει ο Γκάρι Μπερτίνι. «Έχουμε την τιμή να σου πούμε ότι θα είσαι η πιο μικρή σολίστ στην όπερα της Φρανκφούρτης». Τα είχα τόσο πολύ χάσει που τον κοιτάω και του λέω «Με πήρατε»; Λέει αυτός «Ναι»! Τον πήρα αγκαλιά τον σήκωσα και άρχισα να φωνάζω γιατί δεν ήξερα τι να κάνω που εγώ από τη Βέροια έφθασα εκεί. «Έλεγα «Θεούλη μου που να το πω». Βγήκα έξω πήγα στον τηλεφωνικό θάλαμο έριχνα κέρματα και πήρα τον κύριο Λαμπράκη. Του λέω «Κύριε Λαμπράκη με πήραν»; «Που» μου απαντά «Στην Φρανκφούρτη». του αναφέρω «Μα που; Στην χορωδία»; «Όχι κύριε Λαμπράκη» τον ενημερώνω «Σολίστ»! Ήταν αυτές οι χαρές που δεν τις ξεχνάς!.
Ο Χρήστος Λαμπράκης ήταν ένας φύλακας άγγελος, αληθινός φίλος. Μου στάθηκε οικονομικά, πνευματικά και κυρίως πίστεψε σε μένα και στο ταλέντο μου!
Ο Χρήστος Λαμπράκης ήταν ένας φύλακας άγγελος, αληθινός φίλος. Μου στάθηκε οικονομικά, πνευματικά και κυρίως πίστεψε σε μένα και στο ταλέντο μου Έρχονταν στις πρεμιέρες μου στο εξωτερικό και έφερνε μαζί του φίλους του. Εκεί να δεις απλότητα. Εκεί να δεις ανθρωπιά!
Όταν έμεινα έγκυος θα τραγουδούσα στο Σάλτσμπουργκ. Η μάνατζερ μου λέει «Αυτό δε γίνεται. Πρέπει να κάνεις έκτρωση. Της απαντώ «Το λέτε σοβαρά» Δε μπορώ να το κάνω αυτό». Παίρνω το Χρήστο και του λέω Θέλω να σου πω κάτι. Μου αναφέρει «Πάρε με στις δώδεκα το βράδυ! Ξέρω τι θα μου πεις». Σιγά λέω μέσα μου να μην ξέρεις. Μου αναφέρει λοιπόν «Είσαι έγκυος! Άκουσε Σόνια μου. Οι καριέρες έρχονται και παρέρχονται. Η μητρότητα ,όμως, είναι ένα πολύ ιερό πράγμα. Άσε να γίνουν όπως πρέπει τα πράγματα και ο παππούς Χρήστος είναι εδώ».
Στο τέλος λίγο πριν πεθάνει μου είπε «Να είσαι προετοιμασμένη γι’ αυτό που σε περιμένει… Οι πισώπλατες μαχαιριές που θα φας, θα είναι τόσες πολλές που ούτε και εγώ δε μπορώ να σε προστατεύσω»!
Δείτε την υπόλοιπη συντεύξη παρακάτω:



