
To νέο μυθιστόρημα του Andres Montero, «Η χρονιά που μιλήσαμε με τη θάλασσα
«Στη διάρκεια της πανδημίας έκανα ένα ταξίδι στον νότο της Χιλής, εκεί όπου ζει ο αδερφός μου, σε ένα μέρος πολύ όμορφο, ορεινό και καταπράσινο. Μια μέρα παρατήρησα σε έναν λόφο ένα μικροσκοπικό, μοναχικό σπίτι και σκέφτηκα, πωπω, εκεί πρέπει να ζει ένας ηλικιωμένος. Πώς θα περνάει τις ημέρες του, διαβάζοντας; Και μου φάνηκε γοητευτική η ιδέα να ζεις σε εκείνο το σπίτι, μόνος και ανενόχλητος.
«Ναι, είναι ένα νησί που ονομάζεται Isla Mocha, πολύ κοντά στην ηπειρωτική χώρα και ταυτόχρονα απομονωμένο, καθώς συνδέεται με αυτήν μόνο με μια πτήση κάθε μερικές μέρες. Έχει επίσης κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, για παράδειγμα βγαίνει φωτιά από το νερό, είναι ένα φυσικό φαινόμενο. Ένα ακόμα αξιοσημείωτο στοιχείο είναι ότι είναι περικυκλωμένο από φάλαινες. Μια από αυτές, μια γιγαντιαία λευκή, διάσημη με το όνομα Mocha Dick, είχε εμπνεύσει τον Herman Melville ο οποίος, καθώς είχε έναν φίλο που λεγόταν Moby, την ονόμασε Moby Dick. Δυστυχώς δεν μπορούσα να επισκεφτώ το νησί στη διάρκεια της πανδημίας, καθώς υπήρχε ο κίνδυνος να μου συμβεί ό,τι και στον κεντρικό μου ήρωα, Δον Χερόνιμο, να αποκλειστώ εκεί
«Καλή ερώτηση. Δεν ξέρω. Σίγουρα πιστεύω ότι πρέπει να επιστρέφουμε σε μέρη όπου υπήρξαμε ευτυχισμένοι. Αλλά κάποιες φορές αυτό που μας εμποδίζει να το κάνουμε είναι ο φόβος ότι, με την επιστροφή μας, δεν θα βρούμε την ευτυχία που αναζητούσαμε. Από την άλλη, όταν υπάρχουν ανεπίλυτες υποθέσεις, όπως η αποξένωση του Δον Χερόνιμο από τον αδερφό του, αξίζει να κάνουμε ένα τέτοιο ταξίδι γιατί, στην τελική, νομίζω ότι όλοι μας θέλουμε, μια μέρα, να πεθάνουμε ήρεμοι
Ζούμε επίσης στην εποχή που γίνεται συζήτηση για το αν πρέπει να «ξαναγραφτούν» κάποια κλασικά βιβλία που περιέχουν, για παράδειγμα, έμφυλα στερεότυπα. Πώς διαχειρίζεστε ως αφηγητές τα στερεότυπα στις ιστορίες σας; «Από τη μία, η παράδοση είναι γεμάτη από σύμβολα και μπορεί λογοκρίνοντας μια ιστορία να αφαιρέσουμε κάτι από την ψυχή της – και μετά, όταν την αφηγηθούμε, να μη μας λέει τίποτα. Κάθε αφήγηση έχει τα σκοτεινά σημεία της, γι’ αυτό επιβιώνει μέχρι σήμερα. Από την άλλη, κάποια στερεότυπα δεν θέλουμε να τα αναπαράγουμε. Όταν όμως μπήκα στον κόσμο της προφορικής αφήγησης, διαπίστωσα ότι δεν υπήρχαν από την αρχή στις ιστορίες. Ότι άντρες ισχυροί –για παράδειγμα, της Εκκλησίας– λογόκριναν τα σημεία όπου, π.χ., μια γυναίκα έσωζε τον εαυτό της. »Αρκεί κάποιος να ξέρει πού να ψάξει για να βρει παραδοσιακές αφηγήσεις χωρίς έμφυλα στερεότυπα. Για παράδειγμα, η Nicole αφηγείται μια πολύ παλιά εκδοχή της “Κοκκινοσκουφίτσας” –μπορεί να είναι ακόμα και 1.500 ετών, αν και μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε– όπου η ηρωίδα δραπετεύει από τον λύκο και, με τη βοήθεια άλλων γυναικών, τον πνίγει στο ποτάμι, χωρίς τη βοήθεια κανενός κυνηγού. Ο κυνηγός είναι προσθήκη των αδερφών Grimm. Επομένως, όταν αναφερόμαστε σε ιστορίες με έμφυλα στερεότυπα, μιλάμε για τις εκδοχές που δημιούργησε η λογοκρισία του 18ου, 19ου, 20ου αιώνα». «Αρκεί κάποιος να ξέρει πού να ψάξει για να βρει παραδοσιακές αφηγήσεις χωρίς έμφυλα στερεότυπα. Για παράδειγμα, σε μια πολύ παλιά εκδοχή της “Κοκκινοσκουφίτσας” η ηρωίδα δραπετεύει από τον λύκο και, με τη βοήθεια άλλων γυναικών, τον πνίγει στο ποτάμι, χωρίς τη βοήθεια κανενός κυνηγού. Ο κυνηγός είναι προσθήκη των αδερφών Grimm». Η προφορική αφήγηση πώς συνδέεται με τα λογοτεχνικά βιβλία σας; «Είναι για μένα η πιο σημαντική πηγή υλικού συγγραφής. Ταξιδεύω πολύ –με τη Nicole έχουμε και μια τηλεοπτική εκπομπή όπου αναζητούμε ιστορίες της Χιλής– και από τις ιστορίες που μου αφηγείται ο κόσμος αυτές που μου αρέσουν περισσότερο γίνονται η πρώτη ύλη μου, όπως είναι για έναν γλύπτη η πέτρα ή το ξύλο. Δεν τις αναπαράγω πιστά αλλά τις χρησιμοποιώ ως βάση. Η άλλη πηγή υλικού είναι η προφορική παράδοση της οικογένειάς μου – οι ιστορίες που άκουγα από τον πατέρα και τον παππού μου. Και μετά επηρεάζομαι πολύ από ό,τι διαβάζω. Η τέταρτη πηγή είναι η φαντασία μου». Ένα ακόμα κοινό χαρακτηριστικό των βιβλίων σας είναι το μαγικό στοιχείο. Τι σας γοητεύει σε αυτή την παράδοση; «Μου φαίνεται πολύ όμορφο το γεγονός ότι στην καθημερινότητά μας, με τα προβλήματα, τη δουλειά μας και ούτω καθεξής, υπάρχει πάντα χώρος για πράγματα που δεν έχουν εξήγηση. Για το μυστήριο. Αυτό συμβαίνει και με τους ήρωες του “Η χρονιά που μιλήσαμε με τη θάλασσα”: επιλέγουν να ζήσουν μια ζωή ρεαλιστική και ταυτόχρονα γεμάτη θαύματα, που την κάνει πιο πλούσια και τεράστια». Advertisement – Continue Reading Below Advertisement – Continue Reading Below



