
Η ιστορία του Μιχάλη Βελούδακη είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που δεν αντιμετώπισε ποτέ τη μόδα ως μια απλή τέχνη του ενδύματος, αλλά ως πεδίο δημιουργίας, γνώσης και διαρκούς ανανέωσης. Ζωγράφος, σχεδιαστής υψηλής ραπτικής, δημοσιογράφος μόδας και ιδρυτής της ομώνυμης σχολής, υπήρξε μία από τις προσωπικότητες που συνέβαλαν ουσιαστικά στη διαμόρφωση της ελληνικής μόδας του 20ού αιώνα. Από τον οίκο ραπτικής που δημιούργησε με την αδελφή του, Θεώνη, στη μεταπολεμική Αθήνα, μέχρι τη σχολή που ίδρυσε το 1963, ο Μιχάλης Βελούδακης υπηρέτησε με συνέπεια την πεποίθηση ότι η μόδα χρειάζεται ταλέντο, παιδεία και τόλμη.
Μέσα από την αφήγηση του γιου του, Χρήστου Βελούδακη, στο βιβλίο «Ελληνική Μόδα 1900-2000 – Ένας αιώνας δημιουργίας» του Δημήτρη Δ. Λυμπερόπουλου, κάνουμε αναδρομή στην πορεία και την προσωπικότητα ενός δημιουργού που άφησε το δικό του αποτύπωμα στην ελληνική μόδα.

«Ο πατέρας μου Μιχάλης ήταν το μικρότερο παιδί της οικογένειας Βελούδακη. Γεννήθηκε το 1920. Μεγαλώνοντας, σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών τον καιρό που σ’ αυτήν φοιτούσαν όλοι κι όλοι δέκα μαθητές. Διότι, εκείνα τα χρόνια, αν ήθελες να σπουδάσεις ζωγραφική σε περνούσαν για τρελό! Ο νονός του όμως, ο Γεωργαντάς, ιδιοκτήτης του ομώνυμου μεγάλου οίκου ραπτικής της προπολεμικής Αθήνας, τον βοήθησε ώστε τελικά να αποφοιτήσει, και μάλιστα στη γενιά του Μόραλη, με τον οποίο ήταν συμμαθητές και συνδέθηκαν με μεγάλη φιλία.
Ο οίκος ραπτικής στη συμβολή Νίκης και Νικοδήμου
«Στο μεταξύ, η αδελφή του πατέρα μου Θεώνη, μια φοβερή καλλονή με στιλ και γούστο, δούλευε από παλιά ως πρεμιέρα στον Γεωργαντά. Μετά τον πόλεμο, το 1947-48, η θεία μου αποφασίζει να ανοίξει δικό της οίκο ραπτικής. Το συζήτησε λοιπόν με τον πατέρα μου και ξεκίνησαν αμέσως από ένα τριώροφο στη διασταύρωση της οδού Νίκης 36 και Νικοδήμου. Ο Βελούδακης, συναρπάζεται από τον νέο χώρο στον οποίο μπαίνει. Και επειδή γνωρίζει να ζωγραφίζει, σχεδιάζει πρωτότυπα μοντέλα, κάτι για το οποίο ήταν υπερήφανος: ήταν ο πρώτος που επέβαλε στις πελάτισσές του τα δικά του σχέδια, ενώ μέχρι τότε όλες οι κυρίες που ράβονταν στα μεγάλα “σπίτια” της μόδας, πήγαιναν με το σχέδιο-κόπια στα χέρια».

«Τα χρόνια του ’50, ο οίκος μας παρουσίαζε τη δουλειά του σε μικρές επιδείξεις, όπου τρία ή τέσσερα μοντέλα επιδείκνυαν τα ρούχα στις πελάτισσες. Όσο για τις πρόβες, τότε ήταν που συνέβαιναν διάφορα: η μία κυρία εφοπλιστού, δεν έπρεπε με κανέναν τρόπο να συναντηθεί στο σαλόνι μας με την άλλη. Πέρναγε η μία να πάει στο ατελιέ, και η άλλη την αναγνώριζε από το άρωμά της. Σωστός πανικός για να μη συναντηθούν μεταξύ τους. Τόσο ιδιότροπες ήταν. Εμένα, που ήμουνα μικρός, αλλά με γοήτευε όλος αυτός ο χώρος, με είχαν μάθει να κάνω υποκλίσεις και να τις χαιρετώ ευγενικά.
Ο οίκος της Θεώνης και του Michel Βελούδακη, όπως αποκαλούσαν τον πατέρα μου, ικανοποιούσε οποιαδήποτε ενδυματολογική επιθυμία των Αθηναίων. Το δυνατό τους σημείο όμως ήταν τα ταγιέρ. Χρήστος Βελουδάκης
Η δουλειά στον οίκο ξεκίναγε από τις οκτώ το πρωί και συνεχιζόταν έως το βράδυ. Δεν γνώριζαν τι θα πει ωράριο. Όσο έπρεπε να ετοιμάσουν και να παραδώσουν παραγγελίες, δούλευαν. Όσον αφορά στα υλικά, τα πάντα υπήρχαν μέσα στο ατελιέ. Δεν έβγαινε κανείς έξω, ούτε πελάτισσες, ούτε μοδίστρες, για να παραγγείλουν κάτι. Τα υφάσματα έρχονταν από τον Στεφανίδη ενώ για τα κουμπιά και τα διάφορα αξεσουάρ φρόντιζε ο άντρας της Θεώνης, ο Δημήτρης Κοτσώνης, ο οποίος ασχολείτο με το εμπόριο διαφόρων υλικών Υψηλής Ραπτικής. Ο οίκος της Θεώνης και του Michel Βελούδακη, όπως αποκαλούσαν τον πατέρα μου, ικανοποιούσε οποιαδήποτε ενδυματολογική επιθυμία των Αθηναίων. Το δυνατό τους σημείο όμως ήταν τα ταγιέρ. Ράβανε τα καλύτερα σύνολα στην Αθήνα, και το να έχει μια Αθηναία εκείνα τα χρόνια ένα ταγιέρ τους θεωρείτο “must”.

Η ίδρυση της Σχολής Βελουδάκη
«Ο πατέρας μου ήταν ένας πολύ δραστήριος άνθρωπος, με φοβερή ενεργητικότητα και την ικανότητα να ασχολείται με πολλά πράγματα ταυτοχρόνως. Στο ξεκίνημά του π.χ., παράλληλα με τις υποχρεώσεις του για τον οίκο ραπτικής, δούλευε στο Εμπρός ως δημοσιογράφος μόδας. Κάλυπτε τα μεγαλύτερα γεγονότα, παρακολουθούσε τις κολεξιόν στο Παρίσι, αλλά, το σημαντικότερο είναι ότι έδινε συμβουλές καλαισθησίας, μόδας, στις αναγνώστριες. Αργότερα, όταν συνειδητοποίησε ότι ο χώρος της μόδας στην Ελλάδα χρειάζεται μια σχολή που να προετοιμάζει νέους σχεδιαστές – τότε τους έλεγαν μοντελίστ – συνεταιρίστηκε στην αρχή με τον Ιάσονα Θεοδοσάκη και δημιούργησαν τη “Σχολή Mode”, την πρώτη σχολή για σχεδιαστές, στην οδό Φιλελλήνων 2. Η συνεργασία τους όμως κράτησε μόνο τρία χρόνια, γιατί ο Θεοδοσάκης ήταν πολύ νωθρός, ενώ ο Βελούδακης ξεχείλιζε από νεύρο και όρεξη για δράση. Έτσι ο πατέρας μου προχωράει το 1963 στην ίδρυση της γνωστής “Σχολής Βελούδακη”, στην οποία, ιδιαίτερα μετά το κλείσιμο του οίκου ραπτικής το 1972, αφοσιώνεται ψυχή τε και σώματι. Πίστευε πολύ στους νέους ανθρώπους και του άρεσε να μεταδίδει τις γνώσεις του στους νεότερους. Όλοι έχουν περάσει από εδώ: ο Ασλάνης, ο Βασίλης Κουρκουμέλλης – ο γνωστός Billy Bo – ο Sero Abrahamian, ο Παύλος Κυριακίδης, οι Deux Hommes, ο Νικόλας Μαυρόπουλος. Όσοι δεν είναι αυτοδίδακτοι, έχουν περάσει από τη σχολή μας».

«Παράλληλα, ο Μιχάλης Βελούδακης ήταν ένας φοβερά avant-garde άνθρωπος. Πάντα ψαχνότανε. Στα 50’s λάτρευε την Madame Grès, στα 60’s τον Pierre Cardin στις μεγάλες του δόξες, στη συνέχεια τον Kenzo, τον Montana και τον Mugler, όταν εδώ δεν είχανε πάρει ακόμα χαμπάρι. Δεν έμενε στα παλιά και του άρεσε το νέο, το μοντέρνο, το προχωρημένο. Θυμάμαι το σούσουρο που γινόταν στο σχολείο μου, από τους συμμαθητές μου αλλά και τους γονείς τους, που έβλεπαν τον κύριο Βελούδακη με μακριά μαλλιά και φαβορίτες, να ενδιαφέρεται για τους βαθμούς του γιου του. Shock! Ήταν κοσμαγάπητος, γιατί ήταν φοβερά ντόμπρος. Δεν του άρεσαν οι ίντριγκες και το ψέμα. Πάντα πίστευε ότι οι άνθρωποι της μόδας, και ιδιαίτερα οι σχεδιαστές, θα έπρεπε να είναι αγαπημένοι και συναδελφωμένοι μεταξύ τους, για να μπορέσει ο χώρος να βγει και προς τα έξω: το 1970 μάλιστα, που για πρώτη φορά έγινε το Φεστιβάλ Ελληνικής Μόδας, είχε στεναχωρηθεί πολύ από τον τρόπο που μερικοί συνάδελφοί του πολέμησαν αυτή την αξιόλογη προσπάθεια. Που έπρεπε να κάνουν οτιδήποτε για να επαναληφθεί. Πότε, άλλωστε, σε δημοσιογράφους της Vogue, της Washington Post δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσουν τη δουλειά π.χ. της Dozia και του Φιλήμονα, που τότε έκανε εκπληκτικά ρούχα. Από κάτι τέτοια η ελληνική μόδα, όμως, έχασε το τρένο».
Αποσπάσματα από συζήτηση με τον γιο του Μιχάλη Βελούδακη, Χρήστο Βελούδακη, τον Φεβρουάριο του 1995.
The post Μιχάλης Βελουδάκης: Από τα εμβληματικά ταγιέρ της μεταπολεμικής Αθήνας στη σχολή που ανέδειξε τους μεγαλύτερους Έλληνες σχεδιαστές appeared first on Grace.



