Η ανάγκη μας να πιστέψουμε ότι ένας άνθρωπος που αφαιρεί μια ζωή πρέπει οπωσδήποτε να είναι «ψυχικά άρρωστος» είναι ανθρώπινη. Ανταποκρίνεται στην ανάγκη του ευρύ κοινού να εξηγήσει το αδιανόητο, δημιουργώντας μια ψυχική απόσταση, ένα ασφαλές φράγμα ανάμεσα στο «εμείς» και το «αυτός». Αν ο δράστης είναι «μια κλινική περίπτωση», είναι διαφορετικός από εμάς, άρα εμείς είμαστε «οκ».
Γιατί το κοινό όταν γίνεται ένα έγκλημα απεχθές, αποδίδει την συμπεριφορά αυτή σε ψυχοπαθολογία του δράστη, εξηγώντας έτσι την ενέργειά του;
Εάν «αυτός που έκανε την ειδεχθή πράξη» είναι «τρελός», είναι διαφορετικός από εμάς. Η σκέψη αυτή δημιουργεί μια ασφάλεια: εγώ δεν είμαι «τρελός», άρα είμαι οκ. Επιπλέον το έγκλημα μετατρέπεται (αυθαίρετα βέβαια) σε μια μεμονωμένη πράξη τρέλας και αποδυναμώνεται από το ενδεχόμενο ενός κοινωνικού φαινομένου, άρα πιο μαζικού, πιο συχνού που μας αφορά όλους.
Η εγκληματικότητα είναι ένα πολυπαραγοντικό φαινόμενο. Κυρίαρχο ρόλο σε αυτό παίζουν οι πεποιθήσεις του ατόμου, οι οποίες το «αυτοαδειοδοτούν» στις εκδηλώσεις βίας. Τέτοιες πεποιθήσεις (περί παθολογικοποίησης) συντηρούν το κοινωνικό στίγμα για την ψυχική υγεία και, παραδόξως, πιθανότατα εμποδίζουν ή επηρεάζουν αρνητικά την αναζήτηση βοήθειας από το περιβάλλον και τους ειδικούς.
Διαδηλώτριες κρατούν πανό με αλληγορικά μηνύματα κατά τη διάρκεια πορείας για την καταδίκη της αύξησης των γυναικοκτονιών και τη διαμαρτυρία ενάντια σε κάθε μορφή βίας κατά των γυναικών, στο Σάο Πάολο της Βραζιλίας Πώς μπορεί η ψυχολογική κοινότητα και η εκπαίδευση να βοηθήσουν ώστε να μετατοπιστεί η συζήτηση από την «παθολογία του δράστη» στην ενδυνάμωση των γυναικών και την αλλαγή κουλτούρας στους χώρους εργασίας και στην κοινωνία;
Είμαστε αυτό που πιστεύουμε. Σίγουρα λοιπόν η ουσία βρίσκεται στην επανεξέταση των πεποιθήσεων μας σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Τι αδειοδοτούμε; Σε τι κάνουμε τα στραβά μάτια; Πόσες εξαιρέσεις και περιπτωσιολογικές εκδοχές αναπτύσσουμε έτσι ώστε να αποφύγουμε την αντιπαράθεσή μας με το απεχθές;
Η προσωπική μου άποψη δεν συγκλίνει στην ενδυνάμωση των γυναικών, αποκλειστικά, αλλά στον εξανθρωπισμό όλων μας, στην επανεκπαιδευσή μας στην ηθική, στον σεβασμό, στην αξιοπρέπεια. Στην αμφισβήτηση των στερεοτύπων, σύμφωνα με τα οποία ακόμη και εαν το θύμα έχει υποστεί σκληρή βία, αναζητάται η ευθύνη του σε κάτι που είπε, σε κάτι που ζήτησε ή στο ύφος που υιοθέτησε ενώ μιλούσε. Το θύμα κατηγορείται όταν αντιδρά, αλλά και όταν δεν αντιδρά και δεν φεύγει από μια κακοποιητική σχέση. Όταν ζητά βοήθεια αλλά και όταν δεν αναζητά. Ο θύτης κατανοείται γιατί είναι «ζηλιάρης» ή «ερωτευμένος» ή «πιεσμένος» ή «γιατί προκλήθηκε».
Αδειοδοτούμε τη βία όταν της βρίσκουμε λόγους, συνθήκες, περιστάσεις να χωρέσει. Μετατρέπεται σε επιλογή. Όσες περισσότερες εκδοχές βρίσκουμε, τόσο περισσότερο την αναγνωρίζουμε και τη φυσιολογικοποιούμε.
Το θύμα κατηγορείται όταν αντιδρά, αλλά και όταν δεν αντιδρά και δεν φεύγει από μια κακοποιητική σχέση. Όταν ζητά βοήθεια αλλά και όταν δεν αναζητά. Ο θύτης κατανοείται γιατί είναι «ζηλιάρης» ή «ερωτευμένος» ή «πιεσμένος» ή γιατί προκλήθηκε.
Ο ρόλος της εκπαίδευσης, των ειδικών, των γονέων, κάθε καλλιεργημένου ανθρώπου είναι η συστηματική αποκήρυξη της βίας, σε κάθε συνθήκη και η σταθερή εστίαση του στην αίσθηση της αξιοπρέπειας. Ο έρωτας δεν καταστρατηγεί την αξιοπρέπεια. Αντιθέτως ο υγιής έρωτας ενδυναμώνει, ενισχύει, κινητοποιεί το άτομο δεν το καταδικάζει σμπαραλιάζοντας κάθε δομή και υπόστασή του. Το ίδιο ισχύει και με την εργασία: η ανάγκη για εργασία χρειάζεται να αποσυνδεθεί από την ανοχή στην ταπείνωση. Ο ταπεινωμένος άνθρωπος θα ανεχτεί και άλλο , ακόμη παραπάνω ταπείνωση. Ποιος τον εκπαίδευσε να την ανέχεται; Να τη δικαιολογεί;
Advertisement – Continue Reading Below
Advertisement – Continue Reading Below
Το πρωτότυπο άρθρο ανήκει στο Interview – Marie Claire | Ό,τι έχει σημασία για τις γυναίκες .
